Οι Βολές Ακριβείας και η Αεροπορική Ισχύς

Η εκτεταμένη δημοσιογραφική κάλυψη του πολέμου του Κόλπου το 1991 και τα πολύωρα ρεπορτάζ του CNN που πρόβαλλαν τους βομβαρδισμούς ακριβείας της αμερικανικής αεροπορίας στην Βαγδάτη, έκαναν ευρύτερα γνωστά τα έξυπνα όπλα. Πολλοί ηγέτες -ιδιαίτερα της Δύσης- επηρεασμένοι από αυτόν τον πόλεμο, διέκριναν στην χρήση των PGM [Precision Guided Munitions] έναν χειροπιαστό τρόπο για τον γρήγορο εξαναγκασμό του αντιπάλου, με λιγότερα μέσα και λιγότερες απώλειες. Αναμφισβήτητα, τα κατευθυνόμενα όπλα εξασφαλίζουν τακτικά και επιχειρησιακά πλεονεκτήματα. Χάρη στις βολές ακριβείας και την αεροπορική ισχύ, οι αμερικανικές στρατιωτικές δυνάμεις ενεπλάκησαν σε πέντε πολέμους από το 1991 μέχρι το 2003, όπου επικράτησαν με συνολικές απώλειες 400 στρατιωτών [1]. Το ερώτημα που τίθεται εύλογα σε σχέση με την αεροπορική ισχύ και τις βολές ακριβείας, είναι κατά πόσον αυτός ο συνδυασμός -πέραν από τα σαφή επιχειρησιακά και τακτικά πλεονεκτήματα που εξασφαλίζει- καταφέρνει στην πράξη να επηρεάσει στρατηγικά μια ένοπλη σύγκρουση και να κάνει τους σύγχρονους πολέμους πιο «οικονομικούς» και πιο «σύντομους». Η απάντηση θα δοθεί αφού πρώτα εξεταστεί η χρήση των PGM από σύγχρονους στρατούς αντιπροσωπευτικών κρατών και βασίζεται σε διδάγματα από πολεμικές συγκρούσεις των τελευταίων τριάντα ετών. Τα κατευθυνόμενα όπλα ή έξυπνα όπλα ή PGM είναι όπλα τα οποία αφού βληθούν, χρησιμοποιούν καθοδήγηση laser ή από χιλιοστομετρικό ραντάρ ή δεδομένα από GPS ή από αδρανειακές μονάδες, προκειμένου να διορθώνουν την στόχευση τους και την τροχιά τους, αναλόγως των δεδομένων της θέσης του στόχου, της απόστασης, του καιρού ή άλλων παραγόντων [2]. Οι βολές ακριβείας είναι μια στρατιωτική δυνατότητα που αναπτύχθηκε κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο [3]. Οι τεχνολογικές εξελίξεις στην καθοδήγηση με laser, στην βλητική και στην πυραυλική τεχνολογία, επέτρεψαν την μαζική τους χρήση στους επόμενους πολέμους των ΗΠΑ, στην Κορέα και ιδιαίτερα στο Βιετνάμ. Έγιναν ευρέως γνωστά κατά τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου το 1991, όπου ο συνδυασμός αεροσκαφών stealth F-117 οπλισμένων με βόμβες “laser-guided”, αποδείχτηκε ιδιαίτερα αποτελεσματικός. Τα F-117 εκτέλεσαν το 2% των strike sorties του πολέμου, ωστόσο εξουδετέρωσαν το 40% των στρατηγικών στόχων [4]. Πρόκειται για θεαματική βελτίωση, αν αναλογιστούμε ότι σχεδόν 50 χρόνια πριν κατά την διάρκεια του στρατηγικού βομβαρδισμού της Γερμανίας, η αμερικανική αεροπορία έπρεπε να στείλει 108 βομβαρδιστικά αεροσκάφη για να καταφέρει με πιθανότητα 96%, να χτυπήσει με δύο βόμβες, ένα γερμανικό εργοστάσιο παραγωγής ενέργειας διαστάσεων 400Χ500 feet [5]. Τα έξυπνα όπλα αποτέλεσαν μόνο το 8% των όπλων που καταναλώθηκαν στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου. Ωστόσο, αυτό το ποσοστό ήταν αρκετό για να τραβήξει την προσοχή των ηγετών των ΗΠΑ και της Δύσης. Τις επόμενες δεκαετίες, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις επένδυσαν σημαντικά χρηματικά ποσά για την ανανέωση και την συντήρηση του αποθέματος έξυπνων όπλων τους [6]. Σε ανάλογο μήκος κύματος κινήθηκε το ΝΑΤΟ και οι σύμμαχοι των ΗΠΑ. Η χρήση έξυπνων όπλων ανέβηκε στο: 29% στην αεροπορική εκστρατεία του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στο Κόσοβο, 60% στην αεροπορική εκστρατεία στο Αφγανιστάν, 68% στο Ιράκ 100% στην αεροπορική εκστρατεία στην Λιβύη το 2011 [7]. Δύο χρόνια αργότερα κατά την γαλλική επιχείρηση Serval, τα μαχητικά Mirage 2000D και Rafale της “Armée de l’ air” εκτέλεσαν μέσα σε 6 μήνες 900 εξόδους και έριξαν 280 βόμβες εναντίον των τζιχαντιστών στο Μάλι, εκ των οποίων μόνο 6% ήταν μη κατευθυνόμενες [8]. Η ρωσική προσέγγιση φαίνεται να είναι αρκετά διαφορετική, αφού η ρωσική στρατηγική σκέψη παραμένει προσηλωμένη σε τιμωρητικές στρατηγικές και δίνει έμφαση στην μαζική εξολόθρευση του αντιπάλου και στις ψυχολογικές επιπτώσεις των μαζικών βομβαρδισμών. Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί της Ρωσίας στον πόλεμο στην Ουκρανία το 2022, επηρέασαν βασικές λειτουργίες της οικονομίας, κατέστρεψαν το 30% της ικανότητας παραγωγής ενέργειας της χώρας και δημιούργησαν σοβαρά προβλήματα στην λειτουργία κρατικών υποδομών, νοσοκομείων και νοικοκυριών. Στους βομβαρδισμούς χρησιμοποιήθηκαν αδιακρίτως κατευθυνόμενα και μη κατευθυνόμενα πυρομαχικά χωρίς να γίνεται κάποια ιδιαίτερη διαλογή βάσει του στόχου ή των ειδικών συνθηκών της εκάστοτε αποστολής. Το ζητούμενο των βομβαρδισμών δεν ήταν η ακρίβεια των βολών, αλλά η ισοπέδωση των πόλεων και η τρομοκρατία των πολιτών [9]. Το θέμα είναι ότι καμία από τις συγκρούσεις των τελευταίων τριάντα ετών δεν έληξε με ένα επιτυχημένο χτύπημα ακριβείας και αυτό γιατί κανένα μεμονωμένο χτύπημα εναντίον της εχθρικής ηγεσίας ή των εχθρικών υποδομών διοίκησης δεν αποδείχτηκε ικανό να παραλύσει τον αντίπαλο και να τον εξαναγκάσει να σταματήσει να πολεμάει. Η αεροπορική εκστρατεία των ΗΠΑ κατά τον πόλεμο του Αφγανιστάν, με εκτέλεση βολών ακριβείας από drones στην συνοριακή περιοχή με το Πακιστάν, δεν κατάφερε να τερματίσει νωρίτερα τον πόλεμο. Παρά τις 400 αποστολές που εκτέλεσαν τα drones από το 2004 έως το 2018 και τις βολές ακριβείας, οι οποίες εξουδετέρωσαν πάνω από 80 ηγέτες της al Qaeda, ο πόλεμος στο Αφγανιστάν δεν τελείωσε πριν το 2021 [10]. Ομοίως στην επιχείρηση Barkhane, oι Γάλλοι ανέπτυξαν σημαντικό αριθμό drones στο Σαχέλ από το 2019 και μετά, προκειμένου να αντισταθμίσουν την σταδιακή μείωση των στρατευμάτων τους. Για τα επόμενα τρία χρόνια, οι αυξημένες συνδυαστικές επιχειρήσεις ειδικών δυνάμεων και drones που εκτελούσαν βολές ακριβείας, εξολόθρευσαν σημαντικούς ηγέτες των τρομοκρατών, ωστόσο δεν κατάφεραν να αποκαταστήσουν την σταθερότητα στο Σαχέλ μέχρι και το 2022, οπότε και τα γαλλικά στρατεύματα αποχώρησαν εντελώς από την περιοχή [11]. Το σίγουρο είναι ότι μια σύγχρονη αεροπορική εκστρατεία απαιτεί λιγότερες ποσότητες πυρομαχικών και όπλων σε σχέση με το παρελθόν. Κατά τους Mumford και Kennedy-Pipe, στην διάρκεια της επιχείρησης καταστολής της εξέγερσης στην τότε Malaya την δεκαετία του 1950, τα αεροσκάφη της RAF [Royal Air Force] έριξαν συνολικά πάνω από 70 εκατομμύρια λίβρες βομβών για να εξουδετερώσουν περίπου 700 αντάρτες, που σημαίνει μια αναλογία “kill ratio” ενός αντάρτη για κάθε 100.000 λίβρες βομβών [12] Εξήντα χρόνια αργότερα, η IAF [Israeli Air Force] κατά την διάρκεια της επιχείρησης Cast Lead στην Γάζα (2008-2009), εξουδετέρωσε περίπου 700 μαχητές της Χαμάς, καταναλώνοντας 4.374 PGM. Επομένως απαιτήθηκαν περίπου 6 με 7 έξυπνες βόμβες ανά μαχητή ή 12.000 έως 14.000 λίβρες βομβών για την εξουδετέρωση κάθε μαχητή, με το σκεπτικό ότι οι περισσότερες βόμβες που χρησιμοποιήθηκαν ήταν των 2.000 λιβρών. Άρα, για περίπου τα ίδια θανάσιμα αποτελέσματα, η IAF χρειάστηκε 7 με 8 φορές μικρότερη ποσότητα πυρομαχικών στην Γάζα το 2008, από αυτήν που χρειάστηκε η RAF στην Μαλαισία την δεκαετία του 1950. Η παραπάνω προσέγγιση στηρίζεται σε μαχητές παραδοχές, αφού δεν είναι γνωστό