Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου (ΣΑΕ): Ιστορία, Σύγχρονες Προκλήσεις και Προβληματισμοί για το Μέλλον

Σύστημα Αεροπορικού Ελέγχου (ΣΑΕ) είναι το στρατιωτικό δίκτυο Radar και Κέντρων Ελέγχου με το οποίο η Πολεμική Αεροπορία (ΠΑ) εξασφαλίζει τον έλεγχο του Εθνικού Εναερίου Χώρου (ΕΕΧ) αλλά και την επιτήρηση της Περιοχής Ελέγχου Πτήσεων-FIR (Flight Information Region) της χώρας. Το ΣΑΕ είναι το «στρατιωτικό» αντίστοιχο του «πολιτικού» Συστήματος Ελέγχου Εναερίου Κυκλοφορίας (Air Traffic Control – ATC) με το οποίο η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) ρυθμίζει τις πτήσεις των πολιτικών αεροσκαφών και εξασφαλίζει την ασφάλεια των πτήσεων. Είναι φανερό ότι το «στρατιωτικό» ΣΑΕ και το «πολιτικό» ATC έχουν αλληλοσυμπληρωμένους ρόλους και για αυτό τον λόγο σε πολλές χώρες τα χρησιμοποιούμενα τεχνικά μέσα (Radar) συνεκμεταλεύονται και από τους δύο φορείς. Στην περίπτωση όμως της Ελλάδας, η ΠΑ και η ΥΠΑ έχουν ανεξάρτητα δίκτυα radar και Κέντρα Ελέγχου, ενώ η συνεργασία τους διαχρονικά περιοριζόταν πρωτίστως στην παροχή πληροφοριών αναγνώρισης (σχέδια πτήσεων) και δευτερευόντως στην ανταλλαγή της εικόνας Radar. Λόγω της αποστολής τους, τα Radar του ΣΑΕ βρίσκονται σε διαρκή-24ωρη λειτουργία, όμως σε περιόδους κρίσεων, πολέμου ή ασκήσεων διασυνδέονται κατά περίπτωση στο ΣΑΕ μέσω ζεύξεων (Tactical Datalinks) και τακτικά συστήματα Radar οπλικών συστημάτων (π.χ. αντιαεροπορικών πυραύλων), πλοίων του ΠΝ, αεροσκαφών επιτήρησης (AWACS) κλπ., τα οποία ενεργοποιούνται για τις ανάγκες των επιχειρήσεων. Ιστορική αναδρομή Το ΝΑΤΟικό ξεκίνημα Αν και συστήματα Radar άρχισαν να εγκαθίστανται στον Ελλαδικό χώρο ήδη από τις αρχές δεκαετίας του ’50, το ΣΑΕ ως ολοκληρωμένο σύστημα άρχισε ουσιαστικά να υφίσταται από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 στο πλαίσιο της ολοκλήρωσης του δικτύου Έγκαιρης Προειδοποίησης (Early Warning-EW) του ΝΑΤΟ, το οποίο περιλάμβανε περί τους 70 σταθμούς Radar EW με επικαλυπτόμενες εμβέλειες: από την Βορ. Νορβηγία μέχρι την Ανατ. Τουρκία. Τότε, εγκαταστάθηκαν από το ΝΑΤΟ, στην Ηπειρωτική Ελλάδα και Κρήτη, εννέα σταθμοί Radar EW: 1η – 4η ΜΚΣΕ και 1η – 5η ΜΣΕΠ, οι οποίοι είχαν επικαλυπτόμενη εμβέλεια με αντίστοιχα EW Radar του ΝΑΤΟ στην Ιταλία και την Τουρκία. Οι κυριότεροι τύποι Radar που εγκαταστάθηκαν ήταν RV-377 και FPS-8/88 (Εικόνα 1), τα οποία ήταν 2D-Two Dimension (δηλ. δεν έδιναν το ύψος του στόχου, αλλά μόνο διόπτευση και απόσταση) και για αυτό συμπληρώνονταν από ένα ή δύο συνεγκατεστημένα Radar Ύψους τύπου FPS-6 ή S-244 ή S-269, τα οποία μπορούσαν να παρέχουν το ύψος για έναν μόνο επιλεγμένο στόχο κάθε φορά. Λόγω της τεχνικής αδυναμίας μετάδοσης της αεροπορικής εικόνας, οι Σταθμοί EW διέθεταν τοπική αίθουσα ελέγχου με Ελεγκτές Αεράμυνας (ΕΑ). Αργότερα, την δεκαετία του ’70, η εξέλιξη της τεχνολογίας επέτρεψε την ψηφιοποίηση και μετάδοση της αεροπορικής εικόνας σε Κέντρα Επιχειρήσεων (ΚΕ) οδηγώντας στην δημιουργία του NADGE (NATO Air-Defense Ground Environment). Είναι προφανές ότι όσον αφορά την κάλυψη του εναερίου χώρου του Ανατολικού Αιγαίου, τα Radar του ΣΑΕ που ήταν εγκατεστημένα σε κορυφές της Ηπειρωτικής Ελλάδας και της Κρήτης είχαν δυνατότητα αποκάλυψης στόχων μόνο σε μεγάλα ύψη (>10 Kf) λόγω της καμπυλότητας της γης. Αυτό φυσικά δεν απασχολούσε επιχειρησιακά το ΝΑΤΟ καθώς η κάλυψη των χαμηλών υψών συμπληρωνόταν από τα αντίστοιχα Νατοϊκά Radar στα τουρκικά παράλια. Η εθνική επέκταση Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 είχε αρχίσει η ψύχρανση των ελληνοτουρκικών σχέσεων εντός του ΝΑΤΟ, με κύρια αιτία το Κυπριακό, η οποία άρχισε να εκδηλώνεται ως αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στο Ανατολικό Αιγαίο με παραβιάσεις του ΕΕΧ και των κανόνων του FIR Αθηνών από τουρκικά αεροσκάφη. Το πρόβλημα της αδυναμίας κάλυψης των χαμηλών υψών στο ανατολικό Αιγαίο άρχισε να προβληματίζει την ΠΑ με αποτέλεσμα να αποφασίσει την συμπλήρωση του Νατοϊκού ΣΑΕ με έναν «εθνικό» βραχίονα αποτελούμενο από κατάλληλα τοποθετημένα εθνικά Radar. Έτσι, στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η ΠΑ προχώρησε με εθνικούς πόρους στην προμήθεια δύο (2) υπερσύγχρονων για την εποχή Radar τύπου TPS-43 της Westinghouse (Εικόνα 2), τα οποία είχαν δυνατότητα 3D (3-Dimension), δηλαδή παρείχαν ταυτόχρονα το ύψος όλων των στόχων της αεροπορικής εικόνας. Τα συστήματα αυτά εγκαταστάθηκαν στο μέσον του Αιγαίου στις νέο-ιδρυθείσες 6η και 7η ΜΣΕΠ σε Μύκονο και Σκύρο αντίστοιχα. Παράλληλα, διασυνδέθηκαν ψηφιακά στα εθνικά Κέντρα Επιχειρήσεων της Λάρισας (1ο ΑΚΕΠ) και Ριτσώνας Βοιωτίας (2ο ΑΚΕΠ) μέσω του εθνικού δικτύου HADGE (Hellenic Air-Defense Ground Environment) , το οποίο προηγήθηκε του ΝΑΤΟικού NADGE, πραγματοποιώντας ένα τεχνολογικό άλμα στις ικανότητες του ΣΑΕ, ιδιαίτερα στον χώρο του Αιγαίου. Στην συνέχεια, στα τέλη της δεκαετίας του ’70 , η ΠΑ προχώρησε επιπλέον στην προμήθεια από την Γερμανική Siemens έξι κινητών Radar 2D μέσης εμβέλειας τύπου MPDR-90Ε τα οποία τοποθετήθηκαν στους νέο-ϊδρυθέντες Σταθμούς Αναφοράς (ΣΑ) 1ο – 6ο ΣΑ στο Ανατολικό Αιγαίο, από την Αλεξ/πολη ως την Ρόδο. Παρόλο που τα radar των ΣΑ δεν είχαν την μεγάλη εμβέλεια και τις 3D δυνατότητες των TPS-43, εντούτοις είχαν την δυνατότητα να επιτηρούν τον εναέριο χώρο χαμηλά πάνω από τα προκεχωρημένα τουρκικά αεροδρόμια της Μ.Ασίας και να παρέχουν έγκαιρη προειδοποίηση καθώς και αποκάλυψη στόχων στο Ανατ. Αιγαίο ήδη από το επίπεδο της θάλασσας. Τέλος, στις αρχές της δεκαετίας του ’90, μετά την ενοποίηση της Γερμανίας, η ΠΑ έλαβε ως πλεονάζον υλικό από τη Γερμανία πέντε επιπλέον radar MPDR-90Ε και ένα TPS-43, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν σε δευτερεύοντες ρόλους ως συμπληρωματικά-Gapfiller (π.χ. στην Κάρπαθο) , ως εφεδρικά, καθώς και για την εκπαίδευση τεχνικών και Ελεγκτών Αεράμυνας. Η Αναβάθμιση και τεχνολογική υπεροχή Ήδη από την δεκαετία του ’80, οι επιτελείς του ΝΑΤΟ μελετούσαν την ανάγκη αντικατάστασης των ΝΑΤΟικων ΕW 2D-Radars της δεκαετίας του ’60 με Σύγχρονα 3D-Radar νέας τεχνολογίας καθώς και την αναβάθμιση του ψηφιακού δικτύου ανταλλαγής αεροπορικής εικόνας (NADGE). Έτσι, τη δεκαετία του ’90 το ΝΑΤΟ αντικατέστησε το σύνολο των αρχικών EW Radars με νέα σύγχρονα 3D Radar τεχνολογίας Phased Array. Οι βασικοί τύποι Radar που εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα στις ΝΑΤΟικές ΜΚΣΕ και ΜΣΕΠ ήταν τα RSRP της Hughes και S-743D της Marconi (Εικόνα 3). Αντίστοιχα, το δίκτυο ανταλλαγής αεροπορικής εικόνας του NADGE εκσυγχρονίστηκε με νέους υπολογιστές και νέες ψηφιακές κονσόλες αεράμυνας αρχικά σε NAEGIS (τέλη δεκαετίας ’80)και αργότερα σε MASE (αρχές δεκαετίας ’00). Παράλληλα, η ΠΑ δεν έμεινε αδρανής και προχώρησε σε πλήρη εκσυγχρονισμό και επέκταση του εθνικού βραχίονα του ΣΑE με την σταδιακή προμήθεια (από τα τέλη του ’90 μέχρι τα μέσα του ’00) πέντε σύγχρονων τακτικών 3D-Radar τύπου AR-327 της BAe Systems, τα οποία αντικατέστησαν τα τρία (2+1) TPS-43, ενώ τα υπόλοιπα δύο
Ευρωπαϊκή Επιτροπή : Δοκιμές & Αξιολόγηση Συστημάτων anti-drone

Τα κράτη μέλη και οι τοπικές αρχές μπορούν να επιλέξουν από μια ευρεία γκάμα εμπορικών λύσεων anti-drone που είναι διαθέσιμες στην αγορά. Η λήψη αυτής της απόφασης είναι δύσκολη, ειδικά για τοπικές αρχές που δεν διαθέτουν επαρκείς τεχνικές δυνατότητες. Η Επιτροπή θα βοηθήσει τις αρχές των κρατών μελών να κάνουν τη σωστή επιλογή για τις λειτουργικές τους ανάγκες, παρέχοντας συμβουλές και καθοδήγηση μέσω της ομάδας ειδικών anti-drone και του Κέντρου Κοινής Έρευνας ( Joint Research Centre-JRC ) της Επιτροπής. Οι δραστηριότητες σε επίπεδο ΕΕ για τη δοκιμή των συστημάτων anti-drone ξεκίνησαν το 2019, με στόχο την ανάπτυξη μιας κοινής μεθοδολογίας για την αξιολόγηση των συστημάτων, που μπορούν να χρησιμοποιούν οι αρχές επιβολής του νόμου και άλλες δημόσιες αρχές για τον εντοπισμό, την παρακολούθηση και την ταυτοποίηση πιθανώς κακόβουλων drones. Κεντρικός πυλώνας αυτών των δραστηριοτήτων είναι το πρόγραμμα “Courageous“ (2021-2024), που χρηματοδοτείται από το Ταμείο Εσωτερικής Ασφάλειας (EU Internal Security Fund – Police (ISF-Police). Το “Courageous”, υπό την ηγεσία της Βασιλικής Στρατιωτικής Ακαδημίας του Βελγίου, έχει ως καθήκοντα: (i) τον εντοπισμό και ανάπτυξη τυπικών σεναρίων για τον έλεγχο των συστημάτων anti-drone, (ii) την ανάπτυξη απαιτήσεων λειτουργικών και αποδοτικότητας (iii) την ανάπτυξη μιας μεθοδολογίας δοκιμής. Το πρόγραμμα δοκιμάζει επίσης την απόδοση των αισθητήρων και των ενσωματωμένων συστημάτων. Τα αποτελέσματα μοιράζονται συνεχώς στα κράτη μέλη, καθώς και σε επιλεγμένες χώρες εταίρους και διεθνείς οργανισμούς. Μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος, η Επιτροπή και η κοινοπραξία “Courageous”, θα παρουσιάσουν επιλογές στα κράτη μέλη, για να διασφαλίσουν τη βιωσιμότητα του έργου και θα προτείνουν μια μεθοδολογία για εγκαταστάσεις δοκιμών anti-drone στα κράτη μέλη. Οι τεχνολογικές εξελίξεις που έχουν σημασία για τα συστήματα anti-drone εξελίσσονται γρήγορα. Επομένως, οι δραστηριότητες δοκιμών πρέπει να συμπληρώνονται με την συνεχή παρακολούθηση των τάσεων για την αναγνώριση των πιο υποσχόμενων λύσεων και τυχόν νέων προκλήσεων στην ανάπτυξη των συστημάτων κατά-δρόμων. Το JRC έχει δημιουργήσει τις υποδομές να διεξάγει αυτήν την παρακολούθηση και να αναγνωρίζει αυτές τις νέες προκλήσεις. Η τυποποίηση αποτελεί ένα εργαλείο για την εναρμόνιση των τεχνολογικών λύσεων. Το Courageous διατύπωσε συγκεκριμένες προτάσεις για την τυποποίηση, με βάση τις οποίες η εφικτότητα και η ανάγκη για έγκριση διαδικασιών τυποποίησης μπορούν να εκτιμηθούν περαιτέρω. Σε επίπεδο ΕΕ, σημειώνεται πρόοδος με την ανάπτυξη εθελοντικών προτάσεων για εξοπλισμό ανίχνευσης (π.χ. για συστήματα X-ray και ανιχνευτές μετάλλων). Η ίδρυση ενός διαδικαστικού πλαισίου και φορέα για την πιστοποίηση των συστημάτων anti-drone, θα παραμείνει ένας μεσοπρόθεσμος στόχος. Όπου είναι κατάλληλο, θα ληφθούν υπόψη και πρότυπα υβριδικά για την πολιτική και στρατιωτική άμυνα. Η τυποποίηση και η πιστοποίηση της κυβερνοασφάλειας των συστημάτων anti-drone, ιδιαίτερα όταν παρέχονται από προμηθευτές από χώρες εκτός ΕΕ, είναι ένα άλλο κομβικό σημείο. Σε αυτό το στάδιο, υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με το πόσο καλά προστατεύονται τα δεδομένα που συλλέγονται από ορισμένα συστήματα ανίχνευσης. Επιπλέον, είναι σημαντικό να αποτραπεί, όσο το δυνατόν περισσότερο, το hacking και η κατάχρηση των συστημάτων anti-drone, διασφαλίζοντας την κυβερνοανθεκτικότητα τους. Τον Σεπτέμβριο του 2022, η Επιτροπή υιοθέτησε πρόταση κανονισμού για την κυβερνοανθεκτικότητα, με στόχο να θεσπίσει γενικούς κανόνες κυβερνοασφάλειας για προϊόντα με ψηφιακά στοιχεία που έχουν πρόσβαση στην ενιαία αγορά. Οι προτεινόμενες νέες κανονιστικές διατάξεις στοχεύουν στο να εισάγουν υποχρεωτικές απαιτήσεις κυβερνοασφάλειας για αυτά τα προϊόντα. Αυτές οι απαιτήσεις θα περιλαμβάνουν την κυβερνοασφάλεια με σχεδιασμό και προεπιλογή, καθώς και απαιτήσεις για την αντιμετώπιση των ευπάθειών. Σύμφωνα με την πρόταση της Επιτροπής, τα συστήματα anti-drone, που δεν έχουν αναπτυχθεί αποκλειστικά για εθνικούς σκοπούς ασφαλείας ή στρατιωτικούς σκοπούς και που δεν έχουν ήδη πιστοποιηθεί σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1139, θα καλύπτονται ως προϊόντα με ψηφιακά στοιχεία από αυτούς τους νέους κανόνες, με εξαίρεση εκείνα που έχουν αναπτυχθεί αποκλειστικά για εθνικούς σκοπούς ασφαλείας ή άμυνας. Κύριες ενέργειες για τις δοκιμές συστημάτων κατά-δρόμων Η Επιτροπή, θα εργαστεί για την εφαρμογή μιας εναρμονισμένης μεθοδολογίας δοκιμών για τα συστήματα anti-drone, βασιζόμενη στα αποτελέσματα του “Courageous”. Το JRC θα συντάσσει ετήσια έκθεση για τεχνικές εξελίξεις στην τεχνολογία anti-drone. Η Επιτροπή, σε συνεργασία με σχετικές ομάδες ειδικών, όπως τα Δίκτυα Επιβολής του Νόμου ENLETS, HRSN, AIRPOL, θα αναπτύξει ένα σύνολο απαιτήσεων απόδοσης για συστήματα anti-drone. Με πληροφορίες από COM(2023) 659 final on countering potential threats posed by drones