Η Αποτυχία της Ρωσικής Αεροπορικής Ισχύος στον Πόλεμο στην Ουκρανία (2022-2023)

Sukhoi Su 30 inflight

Η αεροπορική εκστρατεία των ρωσικών αεροδιαστημικών δυνάμεων [Vozdushno-kosmicheskiye sily (VKS)] εναντίον της Ουκρανίας ξεκίνησε με μαζικές βολές βαλλιστικών πυραύλων και πυραύλων cruise εναντίον θέσεων της ουκρανικής αεράμυνας και  αεροπορικών βάσεων. Από την αρχή της εισβολής μέχρι τα τέλη Μαΐου του 2022, πάνω από 2.000 πύραυλοι εκτοξεύτηκαν εναντίον ουκρανικών στόχων[1]. Οι μαζικές βολές πυραύλων, που αποσκοπούσαν στην προετοιμασία του πεδίου της μάχης, στην καταστροφή της εχθρικής αεράμυνας και τελικά στην εξασφάλιση της αεροπορικής υπεροχής, θύμισαν τα μοτίβα των αεροπορικών επιχειρήσεων των ΗΠΑ στο Αφγανιστάν το 2001 και του ΝΑΤΟ στην Λιβύη το 2011. Παρά την υιοθέτηση της θεωρητικά δοκιμασμένης προσέγγισης και τα 300 και πλέον[2] σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη που είχε αναπτύξει στην περιοχή, που εκτελούσαν πάνω από 140 εξόδους ημερησίως, η ρωσική αεροπορία απέτυχε να εξασφαλίσει την αεροπορική υπεροχή και δεν κατάφερε να εξουδετερώσει πλήρως την αεράμυνα της Ουκρανίας και την πολεμική της αεροπορία[3]. Η ανάλυση που ακολουθεί καλύπτει τον πρώτο χρόνο του πολέμου, δηλαδή την περίοδο από την έναρξη της εισβολής το 2022 μέχρι και τις αρχές του 2023. Η VKS ξεκίνησε την εκστρατεία καταστολής και καταστροφής της εχθρικής αεράμυνας [Suppression/Destruction of Enemy Air Defense (SEAD/DEAD)], αξιοποιώντας την τεχνολογική της υπεροχή, την υπεροπλία της, την πληθώρα πληροφοριών που διέθετε-κυρίως τύπου HUMINT (Human Intelligence) και την εξοικείωση των στελεχών της με την δομή της ουκρανικής αεράμυνας[4]. Οι μαζικές εκτοξεύσεις πυραύλων cruise και οι αεροπορικές επιδρομές από βομβαρδιστικά Su-34 οπλισμένα κυρίως με μη κατευθυνόμενες βόμβες και μαχητικά τύπου Su-30SM και Su-35S, που επιχειρούσαν έως και 300 km εντός της ουκρανικής επικρατείας, συνοδεύτηκαν από εκτεταμένο ηλεκτρονικό πόλεμο (ΗΠ). Ο ΗΠ είχε σκοπό να υποβαθμίσει την δυνατότητα εγκαίρου προειδοποίησης, στοχοποίησης και ελέγχου πυρός των ουκρανικών συστημάτων. Οι Ρώσοι αξιοποίησαν τις γνώσεις τους από την κατασκευή των αντιαεροπορικών συστημάτων τύπου 9M38M1, S-300PS/PT, S-300V1 και 9K33 Osa των Ουκρανών, καθώς πρόκειται για συστήματα που είχαν αναπτυχθεί και σχεδιαστεί στην Ρωσία κατά την σοβιετική εποχή. Κατά συνέπεια η διεξαγωγή ΗΠ όχι μόνο κατάφερε να «τυφλώσει» πολλά ραντάρ και συστήματα αεράμυνας, αλλά και να καταστρέψει ευαίσθητα ηλεκτρονικά απάρτια τους[5]. Σχεδόν μετά από ένα χρόνο επιχειρήσεων οι Ουκρανοί εξακολουθούσαν να διαθέτουν σημαντικό αριθμό λειτουργικών αντιαεροπορικών συστημάτων μικρού, μεσαίου και μεγάλου βεληνεκούς, που απειλούσαν τα ρωσικά αεροσκάφη και τα ανάγκαζαν να πετούν σε χαμηλά ύψη, όπου εκεί βρίσκονταν εντός της εμβέλειας των συστημάτων MANPADS (Man-Portable Air-Defense Systems). Η εκστρατεία DEAD της VKS απέτυχε για τρείς λόγους. Πρώτον, οι Ρώσοι χρησιμοποίησαν σε περιορισμένο βαθμό όπλα ακριβείας PGM (Precision Guided Munitions), με αποτέλεσμα τα πλήγματα τους να μην είναι πάντα εύστοχα και αποτελεσματικά. Παράλληλα, λόγω της τάσης να επιχειρούν με μεμονωμένα αεροσκάφη και όχι με μεγάλους σχηματισμούς δεν είχαν επαρκή εκτίμηση των ζημιών μετά τους βομβαρδισμούς και δεν εκτελούσαν “follow-up” strikes. Υπολογίζεται ότι λιγότερο από το 25% των αποστολών εκτελέστηκαν από ζεύγη αεροσκαφών ή μεγαλύτερους σχηματισμούς[6]. Δεύτερον, οι Ουκρανοί λάμβαναν συνεχή ροή πληροφοριών από την Δύση σχετικά με επικείμενες ρωσικές επιθέσεις και φρόντιζαν να μετακινούν και να αποκρύπτουν συνεχώς τα αντιαεροπορικά τους συστήματα. Τρίτον, οι ζημιές που προκλήθηκαν στα ουκρανικά συστήματα από τα ρωσικά πλήγματα και τον ΗΠ αποδείχθηκαν πρόσκαιρες, καθώς οι Ουκρανοί είχαν αναπτύξει με τον καιρό δυνατότητες αυτόνομης υποστήριξης και συντήρησης των βασικών υποσυστημάτων των αντιαεροπορικών τους μέσων[7]. Πέραν από τους επιχειρησιακούς παράγοντες που προαναφέρθηκαν και που εμπόδισαν την καταστροφή της ουκρανικής αεράμυνας, η αποτυχία της εκστρατείας SEAD/DEAD της VKS αναδεικνύει και δύο βαθύτερες ελλείψεις της ρωσικής αεροπορικής ισχύος. Η πρώτη έχει να κάνει με την εκπαίδευση των πληρωμάτων. Παρά το ότι η ρωσική αεροπορία διαθέτει έναν σύγχρονο στόλο αεροσκαφών, τα πληρώματα της στερούνται ρεαλιστικής και εποικοδομητικής εκπαίδευσης. Η πτητική διαθεσιμότητα των πληρωμάτων εξασφαλίζεται με 100 έως 120 ώρες πτήσης τον χρόνο κατά μέσο όρο, αν και πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι για τους χειριστές των μαχητικών αεροσκαφών οι ετήσιες ώρες πτήσης φτάνουν οριακά στις 100. Την ίδια στιγμή τα αντίστοιχα επίπεδα για τα νατοϊκά πληρώματα κυμαίνονται κατ’ ελάχιστο στις 180 έως 240 ώρες πτήσης ετησίως, ενώ η εκπαίδευση τους πλαισιώνεται από σύγχρονους και ρεαλιστικούς εξομοιωτές πτήσεων. Επομένως, παρά το μακρόπνοο πρόγραμμα εκσυγχρονισμού της VKS και τον εξοπλισμό της με 350 σύγχρονα μαχητικά αεροσκάφη, η ανεπαρκής εκπαίδευση των πληρωμάτων της καθιστά αμφίβολη την πλήρη αξιοποίηση των νέων αεροπορικών τεχνολογιών[8]. Η δεύτερη έλλειψη έχει να κάνει με την ρωσική στρατηγική αντίληψη, η οποία ταυτίζει την αεροπορική ισχύ με την προστασία της λεγόμενης “Mother Russia” από μια καταιγιστική και ταχέως εξελισσόμενη νατοϊκή αεροπορική επιδρομή. Η ρωσική στρατηγική σκέψη δεν έχει καλλιεργήσει επαρκώς σε στρατηγικό επίπεδο και σε επίπεδο δογμάτων, τις επιθετικές αεροπορικές επιχειρήσεις. Παρά την αύξηση αυτού του είδους των επιχειρήσεων στις εμπλοκές της VKS στην Γεωργία το 2008, στην Συρία το 2014 και στην Κριμαία το 2014, ο κύριος προσανατολισμός της ρωσικής αεροπορίας παραμένει η υπεράσπιση της ενδοχώρας, της βιομηχανικής υποδομής και των πόλεων με την χρήση πρωτίστως ενός ολοκληρωμένου δικτύου αεράμυνας και αντιαεροπορικών πυραυλικών συστημάτων[9]. Όπως εύστοχα επισημαίνει και ο γνωστός αναλυτής και απόστρατος Lt General της US Air Force, David Deptula: “Russia has never fully appreciated the use of airpower beyond support to ground forces…..in all its wars [Russia] has never conceived of or run a strategic air campaign”[10]. Το συγκεκριμένο μοτίβο επιβεβαιώθηκε και στην πιο πρόσφατη μεγάλη ρωσική στρατιωτική άσκηση “Zapad 2021”, όπου η VKS διέθεσε σχεδόν αποκλειστικά τα μέσα της στην υποστήριξη της αντεπίθεσης των χερσαίων δυνάμεων, λειτουργώντας σαν ένα είδος «ιπτάμενου πυροβολικού»[11]. Η αδυναμία της καλλιέργειας επιθετικής διάστασης περιορίζει τις δυνατότητες της ρωσικής αεροπορικής ισχύος και δεν δίνει προτεραιότητα στην εξασφάλιση της αεροπορικής κυριαρχίας και σε συναφείς αποστολές, όπως είναι η καταστροφή της εχθρικής αεράμυνας. Πλέον, η έντονη αεροπορική δραστηριότητα των πρώτων μηνών του πολέμου έχει δώσει την θέση της σε μια στατική κατάσταση όπου κάθε πλευρά κινείται πολύ συντηρητικά για να αποφύγει απώλειες από εχθρικές CAP (Combat Air Patrol), από πυραύλους εδάφους-αέρος και από άλλα αντιαεροπορικά συστήματα. Ο εναέριος χώρος της Ουκρανίας θυμίζει μια σύγχρονη εκδοχή της μάχης του Σομ του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Αμφότεροι οι αντιμαχόμενοι έχουν πετύχει να απαγορέψουν την χρήση του εναέριου χώρου για τον αντίπαλο, χωρίς ωστόσο κανείς να έχει καταφέρει να εξασφαλίσει τον πλήρη έλεγχο του[12]. Αναμφισβήτητα είναι νωρίς ακόμα για συμπεράσματα και για κρίσεις αναφορικά με το πώς ο